ΣΤ' Γύρος
E' Γύρος
Δ' Γύρος
Γ' Γύρος
Β' Γύρος
Α' Γύρος

 

 


 
1975 - 1976
Η παρελκυστική τακτική της Τουρκίας ήταν επίσης φανερή στη στάση που ακολούθησε κατά τις διακοινοτικές συνομιλίες που διεξάγονταν υπό την αιγίδα του τότε Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Κουρτ Βάλντχαϊμ, σύμφωνα με το ψήφισμα 362 (1975) του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Τρεις γύροι συνομιλιών διεξήχθησαν στη Βιέννη μεταξύ 28 Απριλίου και 3 Μαίου, 5 και 7 Ιουνίου και 31 Ιουλίου και 2 Αυγούστου του 1975. Η τουρκική πλευρά ακολούθησε τακτική αναβλητικότητας και αρνήθηκε να υποβάλει ολοκληρωμένες προτάσεις πάνω σε όλες τις πτυχές του κυπριακού προβλήματος, καθώς επιδίωξη της ήταν η εδραίωση της κατοχής με την πάροδο του χρόνου και τελικά η τουρκοποίηση της κατεχόμενης περιοχής.

Η τουρκοκυπριακή πλευρά θέλοντας να αποπροσανατολίσει τη διεθνή κοινή γνώμη, συνέχισε να απαιτεί την εγκαθίδρυση μιας μεταβατικής κυβέρνησης σε μια προσπάθεια να τερματισθεί η διεθνής αναγνώριση της κυπριακής κυβέρνησης και να υπάρξει παρέκκλιση από την προγραμματισμένη πορεία των διαπραγματεύσεων. Κατά τον τέταρτο γύρο των συνομιλιών στη Νέα Υόρκη, η Τουρκία δεν άφησε καμιά αμφιβολία ότι ήταν εναντίον οποιωνδήποτε ουσιαστικών διαπραγματεύσεων και προσπαθούσε να αναβάλλει τις συνομιλίες για να εδραιώσει τα τετελεσμένα γεγονότα, που δημιουργήθηκαν με τη χρήση ένοπλης βίας.

Εξαιτίας του αδιεξόδου που δημιουργήθηκε από την αρνητική στάση της τουρκοκυπριακής πλευράς στις συνομιλίες και τη συνέχιση του εποικισμού από την Άγκυρα, η κυπριακή κυβέρνηση προσέφυγε, για άλλη μια φορά, στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών.

Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών αφού άκουσε τις απόψεις και των δύο πλευρών υιοθέτησε στις 20 Νοεμβρίου 1975 το ψήφισμα 3395, το οποίο απαιτούσε την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση. 

Σαν αποτέλεσμα των προσπαθειών του Γενικού Γραμματέα πραγματοποιήθηκε ο πέμπτος γύρος των διακοινοτικών συνομιλιών στη Βιέννη, από τις 17 μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου του 1976. Η ελληνοκυπριακή πλευρά συμμετείχε για ακόμη μια φορά με πνεύμα καλής θέλησης και ήταν έτοιμη για εποικοδομητική συζήτηση αναφορικά με τα δυο κύρια θέματα του προβλήματος, το εδαφικό και το συνταγματικό. Συμφωνήθηκε ότι ανταλλαγή γραπτών προτάσεων πάνω στην εδαφική και τη συνταγματική πτυχή θα γινόταν στην Κύπρο, μέσα σε διάστημα έξι εβδομάδων, μέσω του τότε Ειδικού Αντιπροσώπου του Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο Περέζ ντε Κουεγιάρ και ότι θα διεξαγόταν νέος γύρος συνομιλιών υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα ξανά, στη Βιέννη, το Μάιο.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά υπέβαλε, μέσα στην προκαθορισμένη προθεσμία των έξι εβδομάδων, λεπτομερείς προτάσεις πάνω στη συνταγματική και την εδαφική πτυχή, υποδεικνύοντας εκείνες τις κατεχόμενες περιοχές που θα έπρεπε να επιστραφούν στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Η τουρκοκυπριακή πλευρά περιορίστηκε να υποβάλει γενικές αρχές πάνω στη συνταγματική πτυχή, οι οποίες στην πραγματικότητα προνοούσαν συνομοσπονδία παρά ομοσπονδία, ενώ για την εδαφική πτυχή απέφυγε συστηματικά να κάνει οποιεσδήποτε προτάσεις, συγκεκριμένες ή άλλες, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων.

Η τουρκοκυπριακή πλευρά απέδειξε για ακόμη μια φορά ότι δεν είχε ποτέ πρόθεση να υποβάλει οποιεσδήποτε προτάσεις ή να παρακαθίσει σε ουσιαστικές συνομιλίες. Έδειξε μάλλον ότι απλώς επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία των συνομιλιών σαν προκάλυμμα για να κερδίσει χρόνο ώστε να εδραιώσει τα τετελεσμένα γεγονότα.

Επιπλέον, όταν ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς πήρε τις ελληνοκυπριακές προτάσεις, απαίτησε όπως το μέρος που αφορούσε την εδαφική πτυχή τροποποιηθεί σημαντικά. Η στάση του αυτή έδειξε ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά ήθελε να υπαγορεύσει στην ελληνοκυπριακή πλευρά όχι μόνο τη μορφή των συνομιλιών, αλλά και το περιεχόμενο των ελληνοκυπριακών προτάσεων, πράγμα αντίθετο προς την αρχή των ελεύθερων διαπραγματεύσεων. Ενόψει της αρνητικής στάσης της τουρκοκυπριακής πλευράς, οι συνομιλίες οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο.

Παρόλα αυτά η ελληνοκυπριακή πλευρά συνέχισε να εκφράζει την προσήλωση της στις συνομιλίες ως της πιο κατάλληλης διαδικασίας για εξεύρεση μιας ειρηνικής και μόνιμης διευθέτησης. Από την άλλη η τουρκοκυπριακή πλευρά επέμενε στην αποδοχή από την ελληνοκυπριακή πλευρά των "νέων πραγματικοτήτων" που δημιουργήθηκαν από την εισβολή και τη βίαιη εκδίωξη του γηγενούς πληθυσμού, ως βάση για διευθέτηση.