ΣΤ' Γύρος
E' Γύρος
Δ' Γύρος
Γ' Γύρος
Β' Γύρος
Α' Γύρος

 

 


 
1977
Η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ασχολήθηκε και πάλι με το κυπριακό πρόβλημα το 1977 και στις 9 Νοεμβρίου υιοθέτησε το ψήφισμα 32/15, με το οποίο καλούσε για άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή του ψηφίσματος 3212 και για άμεση επανάληψη, με ουσιαστικό και εποικοδομητικό τρόπο, των συνομιλιών μεταξύ των αντιπροσώπων των δύο κοινοτήτων. Οι συνομιλίες, σύμφωνα με το ψήφισμα, έπρεπε να διεξαχθούν ελεύθερα με βάση περιεκτικές και συγκεκριμένες προτάσεις των ενδιαφερομένων μερών, με σκοπό να καταλήξουν, όσο το δυνατό πιο γρήγορα, σε μια αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία, βασισμένη στα θεμελιώδη και νόμιμα ανθρώπινα δικαιώματα των δύο κοινοτήτων.

Δεδομένης της υπαναχώρησης της τουρκοκυπριακής πλευράς από τη δέσμευση της να υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις πάνω σε όλες τις πτυχές του κυπριακού προβλήματος, ο ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών δίσταζε να συγκαλέσει νέο γύρο συνομιλιών, αφού δεν υπήρχε η βάση για ουσιαστικές συνομιλίες.

Τον Ιανουάριο του 1977 ο Ντενκτάς, υπό την ιδιότητα του ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ζήτησε να συναντήσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στην ειλικρινή επιθυμία του να εξευρεθεί ειρηνική λύση, συμφώνησε για μια τέτοια συνάντηση υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.

Η πρώτη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 27 Ιανουαρίου του 1977, στην παρουσία του τότε αντιπροσώπου του Γ.Γ., Περέζ ντε Κουεγιάρ. Στην πρώτη αυτή συνάντηση διεξήχθηκε συζήτηση, κατά τη διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν σοβαρές διαφορές σε βασικά σημεία.

Μια δεύτερη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου του 1977, στην παρουσία του τότε ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών, Κουρτ Βαλντχάιμ, που ήλθε στην Κύπρο για το σκοπό αυτό. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης συμφωνήθηκε ότι οι διακοινοτικές συνομιλίες θα επαναλαμβάνονταν στη Βιέννη στο τέλος Μαρτίου του 1977, υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Κατά τη συνάντηση υπογράφτηκε η συμφωνία υψηλού επιπέδου Μακαρίου - Ντενκτάς. Αυτή περιλάμβανε τέσσερις κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες, όπως είπε ο ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών, περιείχαν τα βασικά στοιχεία για ουσιαστικές συνομιλίες πάνω στο εδαφικό και σε συνταγματικά θέματα.

Οι κατευθυντήριες γραμμές (4 σημεία) της συμφωνίας υψηλού επιπέδου Μακαρίου - Ντενκτάς έχουν ως ακολούθως:

1) Επιζητούμε μια ανεξάρτητη, αδέσμευτη, δικοινοτική, ομόσπονδη Δημοκρατία.
2) Το έδαφος υπό τη διοίκηση της κάθε κοινότητας θα πρέπει να συζητηθεί υπό το φως της οικονομικής βιωσιμότητας, της παραγωγικότητας και ιδιοκτησίας της γης.
3) Θέματα αρχών, όπως η ελευθερία διακίνησης, η ελευθερία εγκατάστασης, το δικαίωμα περιουσίας και άλλα εξειδικευμένα ζητήματα είναι ανοικτά για συζήτηση, λαμβάνοντας υπόψη τη θεμελιώδη βάση ενός δικοινοτικού ομοσπονδιακού συστήματος και ορισμένες πρακτικές δυσκολίες, οι οποίες μπορεί να προκύψουν για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
4) Οι εξουσίες και αρμοδιότητες της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα είναι τέτοιες, ώστε να διασφαλίζουν την ενότητα της χώρας, λαμβανομένου υπόψη και του δικοινοτικού χαρακτήρα του κράτους.

Στο μεταξύ, ο Ειδικός Αντιπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο, διεξήγαγε διαβουλεύσεις με τις δύο πλευρές για τον επόμενο γύρο των συνομιλιών. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών αυτών δόθηκαν διαβεβαιώσεις από την τουρκοκυπριακή πλευρά ότι στη Βιέννη δεν θα περιοριζόταν απλώς στο σχολιασμό των ελληνοκυπριακών προτάσεων πάνω στην εδαφική πτυχή, αλλά θα προχωρούσε σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις επί όλων των προτάσεων.

Ο έκτος γύρος των διακοινοτικών διεξήχθηκε στη Βιέννη μεταξύ της 31 Μαρτίου και 7 Απριλίου του 1977. Αλλά πάλι, παρά τη δέσμευση της, η τουρκοκυπριακή πλευρά περιορίστηκε στο να ξαναπαρουσιάσει το ίδιο έγγραφο που ο Ντενκτάς υπέβαλε κατά τη διάρκεια του πέμπτου γύρου συνομιλιών στη Βιέννη, το Φεβρουάριο του 1976, και το οποίο περιείχε απλώς γενικές και ασαφείς αρχές και σχόλια. Δεν πραγματοποιήθηκαν ουσιώδεις συνομιλίες για συγκεκριμένες περιοχές ή ποσοστά εδάφους. Η τουρκοκυπριακή πλευρά παρέλειψε, ακόμη μια φορά, να υποβάλει προτάσεις που θα δημιουργούσαν τη βάση για μια διευθέτηση.

Από την άλλη, η ελληνοκυπριακή πλευρά πήγε στη Βιέννη πλήρως προετοιμασμένη για συνομιλίες. Υπέβαλε ολοκληρωμένες προτάσεις για το εδαφικό, συνοδευόμενες από χάρτη, όπως επίσης και προτάσεις για το συνταγματικό που προνοούσαν την ίδρυση ενός ομόσπονδου κράτους, μέσα στο οποίο η τουρκοκυπριακή πλευρά θα είχε τη δυνατότητα να αυτοδιαχειρίζεται τις δικές της υποθέσεις, με βάση τις ομοσπονδιακές αντιλήψεις.

Η αποδοχή του ομοσπονδιακού συστήματος ήταν μια μεγάλη και οδυνηρή παραχώρηση για την ελληνοκυπριακή πλευρά, δεδομένου ότι υπήρχαν σοβαρές επιφυλάξεις για την ομοσπονδία, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση του Γκάλο Πλάζα, ο οποίος απέκλειε αυτή τη μορφή διακυβέρνησης ως λύση για το πρόβλημα της Κύπρου.

Παρόλα αυτά, η τουρκοκυπριακή ηγεσία όχι μόνο απέρριψε τις ελληνοκυπριακές προτάσεις επί της εδαφικής πτυχής, αλλά αρνήθηκε να υποβάλει οποιεσδήποτε δικές της προτάσεις, περιοριζόμενη απλώς στο να επαναλάβει τις γενικές και ασαφείς αρχές του παρελθόντος. Επιπλέον, όσον αφορά τη συνταγματική πτυχή, οι τουρκοκυπριακές προτάσεις ήταν αντίθετες με τις κατευθυντήριες γραμμές της συμφωνίας Μακαρίου - Ντενκτάς. Όχι μόνο δεν συμβιβάζονταν με την έννοια του ομόσπονδου κράτους, αλλά αποσκοπούσαν στην κατάργηση της ενότητας της χώρας με πρόνοιες για διαχωρισμό σε όλες τις πτυχές της ζωής, συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού προγραμματισμού και της νομισματικής πολιτικής.