ΣΤ' Γύρος
E' Γύρος
Δ' Γύρος
Γ' Γύρος
Β' Γύρος
Α' Γύρος

 

 


 
1978
Εξαιτίας της αρνητικής στάσης της τουρκοκυπριακής πλευράς, οι διακοινοτικές συνομιλίες παρέμειναν σε αδράνεια για ένα σχεδόν χρόνο. Τον Ιανουάριο του 1978, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών είχε διαβουλεύσεις με τις δύο πλευρές στην Κύπρο καθώς και με την Άγκυρα, κατά τις οποίες συμφωνήθηκε ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά θα υπέβαλλε συγκεκριμένες και ουσιαστικές προτάσεις προς τον ίδιο, τόσο στη συνταγματική όσο και στην εδαφική πτυχή. Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, μετά από διαβουλεύσεις με τα μέρη, θα αποφάσιζε κατά πόσον οι προτάσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για συνομιλίες και θα συγκαλούσε νέο γύρο συνομιλιών.

Οι από πολλού αναμενόμενες προτάσεις υποβλήθηκαν από την τουρκοκυπριακή πλευρά, μετά από καθυστέρηση τριών μηνών, τον Απρίλιο του 1978. Όμως δεν περιείχαν οποιαδήποτε βάση για ουσιαστικές συνομιλίες για λύση του κυπριακού προβλήματος όπως προνοούσαν τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Αναφορικά με τη συνταγματική πτυχή οι τουρκικές προτάσεις έρχονταν σε αντίθεση με την αρχή και την έννοια του ομόσπονδου κράτους. Τα έγγραφα που υποβλήθηκαν από την τουρκοκυπριακή πλευρά προνοούσαν διχοτόμηση αντί δημιουργία ομόσπονδης Δημοκρατίας. Έδιδαν έμφαση στη δημιουργία δύο χωριστών κρατών που θα είχαν το δικαίωμα υπογραφής χωριστών συμφωνιών με άλλες χώρες. Κάθε κράτος θα είχε επίσης τη δική του νομοθετική συνέλευση, κεντρική τράπεζα και αμυντική δύναμη. Από την άλλη, η ομοσπονδιακή βουλή, στην οποία θα αντιπροσωπεύονταν εξίσου οι δύο κοινότητες, θα είχε πολύ περιορισμένες εξουσίες.

Αναφορικά με την εδαφική πτυχή οι τουρκικές προτάσεις δεν περιείχαν καμιά δέσμευση για εγκατάλειψη οποιασδήποτε περιοχής που κατείχαν τα τουρκικά στρατεύματα. Εισηγούνταν μόνο μερικές περιοχές, από τις οποίες οι τουρκικές κατοχικές δυνάμεις θα μπορούσαν να αποσυρθούν. Η συνολική έκταση που θα επιστρεφόταν αφορούσε μόλις λίγο περισσότερο του 1% του εδάφους του νησιού. Προνοούσαν επίσης, ότι η ουδέτερη ζώνη θα υπαγόταν στον έλεγχο της ελληνοκυπριακής πλευράς και αυτό καθαρά για λόγους εντυπώσεων.

Όσον αφορά τα Βαρώσια, κατέστη σαφές ότι η νέα πόλη της Αμμοχώστου θα παρέμενε κάτω από τουρκοκυπριακό έλεγχο, και μόνο σε ένα μικρό αριθμό ιδιοκτητών ξενοδοχείων των Βαρωσιών και σε άλλους επιχειρηματίες - που δεν ήταν πάνω από πέντε χιλιάδες - θα επιτρεπόταν να επιστρέψουν για να λειτουργήσουν τις επιχειρήσεις τους. Επιδίωξη της τουρκοκυπριακής πλευράς ήταν να χρησιμοποιήσει την επιδεξιότητα και τις γνώσεις των Ελληνοκυπρίων στην τουριστική βιομηχανία της πόλης.

Οι τουρκοκυπριακές προτάσεις δεν ήταν δυνατό να γίνουν δεκτές από την ελληνοκυπριακή πλευρά, και ο ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών επιβεβαίωσε με δήλωση του ότι το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών ήταν ακόμη πολύ μεγάλο.

Στο μεταξύ, θέλοντας να συμβάλει περισσότερο στις ειρηνευτικές προσπάθειες για διευθέτηση του προβλήματος, ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας Σπύρος Κυπριανού πρότεινε την πλήρη αποστρατικοποίηση και τον αφοπλισμό του νησιού και τη δημιουργία μιας κοινής ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής αστυνομικής δύναμης, με βάση την πληθυσμιακή αναλογία, κάτω από τη διοίκηση και τον έλεγχο μιας διεθνούς αστυνομικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών. Υποβάλλοντας επίσημα την πρόταση στην Ειδική Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για τον Αφοπλισμό, στις 24 Μαίου του 1978, ο Πρόεδρος Κυπριανού ανέφερε ότι αυτή αποτελούσε μια προσφορά της Κύπρου στο λαό της και τον κόσμο και ότι αποσκοπούσε στην εξάλειψη των αιτιών του προβλήματος και στη χαλάρωση της έντασης στην περιοχή, προς το συμφέρον της παγκόσμιας ειρήνης.

Παρόλο που η πρόταση αυτή επιδοκιμάστηκε από όλο τον κόσμο, η τουρκοκυπριακή ηγεσία όχι μόνο παρέλειψε να ανταποκριθεί, αλλά απείλησε λίγους μήνες αργότερα να ανακηρύξει μονομερώς ανεξαρτησία, παρά την έντονη αντίδραση των ιδίων των Τουρκοκυπρίων. Ως αποτέλεσμα το κυπριακό πρόβλημα οδηγήθηκε σε νέο αδιέξοδο εξαιτίας της συνεχιζόμενης τουρκικής αδιαλλαξίας.