ΣΤ' Γύρος
E' Γύρος
Δ' Γύρος
Γ' Γύρος
Β' Γύρος
Α' Γύρος

 

 


 
1979
Μετά από δύο χρόνια διακοπής των διακοινοτικών συνομιλιών, ο Πρόεδρος Κυπριανού και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ντενκτάς συναντήθηκαν υπό την προεδρία του ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών στις 18 και 19 Μαίου του 1979 και κατέληξαν σε μια συμφωνία από 10 σημεία που καθόριζε τη διαδικασία για νέες συνομιλίες.

Η συμφωνία των 10 σημείων προνοούσε:

1. Συμφωνήθηκε να επαναρχίσουν οι διακοινοτικές συνομιλίες στις 15 Iουvίου 1979.

2. Η βάση για τις συνομιλίες θα είναι οι κατευθυvτήριες γραμμές Μακαρίου - Ντενκτάς της 12ης Φεβρουαρίου και τα σxετικά με το Kυπριακό ψηφίσματα του ΟΗΕ.

3. Τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες όλων των πολιτών της Δημοκρατίας πρέπει να τυγxάvουν σεβασμού.

4. Οι συνομιλίες θα ασχοληθούν με όλες τις εδαφικές και συvταγματικές πτυχές.

5. Θα δοθεί προτεραιότητα στην επίτευξη συμφωνίας για την επανεγκατάσταση στην Αμμόxωστo κάτω από την αιγίδα των Hνωμένων Εθνών ταυτόχρονα με την έναρξη από τoυς συνoμιλητές της εξέτασης τωv συvταγματικών και εδαφικών πτυχών μιας συνολικής διευθέτησης. Όταν επιτευχθεί συμφωνία για το Bαρώσι αυτή θα εφαρμοσθεί χωρίς να αναμένεται το αποτέλεσμα της συζήτησης πάνω σε άλλες πτυχές του Κυπριακού προβλήματος.

6. Συμφωνήθηκε αποφυγή κάθε ενέργειας που θα έθετε σε κίνδυνο το αποτέλεσμα των συνομιλιών και να δοθεί ιδιαίτερη σημασία και από τις δυο πλευρές στα αρχικά πραχτικά μέτρα για την προώθηση της καλής θέλησης, της αμοιβαίας εμπιστoσύνης και της επιστροφής σε ομαλές συνθήκες.

7. Σκoπείται η αποστρατικοποίηση της Δημοκρατίας της Κύπρου και θα συζητηθούν ζητήματα πού σχετίζoνται με αυτήν.

8. Η ανεξαρτησία, η κυριαρχία, η εδαφική ακεραιότητα και το αδέσμευτο της Δημoκρατίας πρέπει να τύχoυν επαρκών εγγυήσεων εναντίον της ολικής ή μερικής ένωσης με οποιαδήποτε άλλη xώρα και εναντίoν κάθε μορφής διχοτόμησης ή απόσχισης.

9. Οι διακοινοτικές συνομιλίες θα διεξάγονται συνεχώς και επίμονα και θα αποφεύγεται οποιαδήποτε καθυστέρηση.

10. Οι διακoινoτικές συνομιλίες θα διεξαχθούν στη Λευκωσία.


Με την έναρξη των συνομιλιών στις 15 Ιουνίου του 1979, ο Τουρκοκύπριος συνομιλητής αξίωσε όπως η ελληνοκυπριακή πλευρά δεχθεί εκ των προτέρων την ιδέα του "διζωνικού κράτους", παρά το γεγονός ότι η συμφωνία με τις τέσσερις κατευθυντήριες γραμμές προνοούσε "ανεξάρτητη, αδέσμευτη, δικοινοτική, ομόσπονδη Δημοκρατία".

Ο Ελληνοκύπριος συνομιλητής, σε ένδειξη καλής θέλησης, ανέφερε ότι ήταν έτοιμος να συζητήσει τον όρο, νοουμένου ότι αυτό θα γινόταν στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων, αλλά η τουρκοκυπριακή πλευρά ήταν ανένδοτη. Επέμενε στην αποδοχή ενός "διζωνικού" κράτους πριν από τις συνομιλίες. Στο μεταξύ, η τουρκοκυπριακή πλευρά είχε ήδη προσδιορίσει ότι η λέξη "διζωνική" ήταν συνώνυμη της "διχοτόμησης".

Σε συνέντευξη του στο τουρκοκυπριακό περιοδικό Olay (16.7.79), ο Ντενκτάς έδωσε το δικό του ορισμό στον όρο "διζωνική". Είπε: "Η έννοια της διζωνικής είναι ότι είμαι κράτος με δική του επικράτεια σαν ένα από τα δύο ομόσπονδα κράτη. Είμαι κυρίαρχο σε πολλά θέματα εντός της επικράτειας αυτής. Η κυριαρχία μου είναι απόλυτη και κανείς δεν μπορεί να μου την πάρει".

Η ασφάλεια της τουρκοκυπριακής κοινότητας ήταν ένας ακόμη ασαφής όρος, τον οποίο η τουρκοκυπριακή ηγεσία επέμενε πως η ελληνοκυπριακή πλευρά έπρεπε να αποδεχθεί έξω από το καθορισμένο πλαίσιο των συνομιλιών.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά υπέδειξε ότι το θέμα της ασφάλειας έπρεπε να εγερθεί κατά τη διάρκεια της συζήτησης της πρότασης για πλήρη αποστρατικοποίηση της Κύπρου, όπως αρχικά συμφωνήθηκε.

Αυτό θα επέτρεπε τη συζήτηση όχι μόνο του θέματος της ασφάλειας των Τουρκοκυπρίων αλλά και των Ελληνοκυπρίων, οι οποίοι κάτω από τις περιστάσεις, είχαν κάθε λόγο να θέλουν εγγυήσεις για την ασφάλεια τους.

Η συμφωνία από 10 σημεία παραβιάστηκε ακόμη μια φορά από την τουρκοκυπριακή πλευρά, όταν ο συνομιλητής της αρνήθηκε να δώσει προτεραιότητα στο θέμα των Βαρωσιών.

Ενόψει της άρνησης της τουρκοκυπριακής πλευράς να τηρήσει τη συμφωνία από 10 σημεία, οι συνομιλίες διακόπηκαν.

Το Νοέμβριο του 1979, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε το ψήφισμα 34/30, στο οποίο εξέφραζε την υποστήριξη της στη συμφωνία της 19ης Μαίου 1979 και καλούσε για επείγουσα επανάληψη των συνομιλιών υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.

Η τουρκοκυπριακή πλευρά, όμως, αρνήθηκε να επιστρέψει στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων και αντί αυτού απείλησε να ανακηρύξει ανεξάρτητο "κράτος" στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού.

Σε μια προσπάθεια να αρθεί το αδιέξοδο, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών πρότεινε διάφορες υπαλλακτικές φόρμουλες με στόχο την επανέναρξη των συνομιλιών. Στις 6 Ιουνίου 1979, οι δύο πλευρές συμφώνησαν τελικά να επαναληφθούν οι συνομιλίες με μια εναρκτήρια δήλωση από το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, στην οποία θα παρέθετε τις εκτιμήσεις του αναφορικά με το κοινό έδαφος ανάμεσα στα δύο μέρη. Ως παραχώρηση προς την τουρκοκυπριακή πλευρά η δήλωση θα περιείχε αναφορά στο θέμα της "διζωνικής". Θα αναφερόταν επίσης στο θέμα της ασφάλειας και η κάθε πλευρά θα είχε το δικαίωμα να δώσει τις δικές της ερμηνείες για το πως αντιλαμβάνεται αυτούς τους όρους.

Όμως την επόμενη μέρα ο Ντενκτάς απέσυρε την προηγούμενη του θέση, με την οποία δεχόταν την πρόταση των Ηνωμένων Εθνών. Ο τότε Βοηθός Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Πέρεζ ντε Κουεγιάρ, ο οποίος έφθασε ειδικά στην Κύπρο με σκοπό την επανέναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών, σε δημόσια δήλωση του ανέφερε ότι για το αδιέξοδο αυτό ευθύνεται καθαρά η τουρκοκυπριακή πλευρά.

Το δράμα των εγκλωβισμένων
Σε έκθεση του στις 30 Οκτωβρίου του 1979, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών διατύπωνε σοβαρές ανησυχίες για τις συνθήκες διαβίωσης των Ελληνοκυπρίων στις κατεχόμενες περιοχές.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι Ελληνοκύπριοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις κατεχόμενες περιοχές για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εισαγωγής χιλιάδων εποίκων από την Ανατολία, στο πλαίσιο ενός σχεδίου αλλαγής της σύνθεσης του πληθυσμού της κατεχόμενης περιοχής, ως πρώτο βήμα σταδιακής προσάρτησης της στην Τουρκία. 

Ενώ η διεθνής κοινή γνώμη καλούσε τα αντιμαχόμενα μέρη στην Κύπρο να απέχουν από οποιανδήποτε ενέργεια που θα προδίκαζε τις προσπάθειες για επίτευξη λύσης, η Άγκυρα προώθησε και με συνέπεια κλιμάκωσε το σχέδιο της για εποικισμό των κατεχομένων περιοχών με την εισαγωγή εποίκων από την Τουρκία. 

Σήμερα υπολογίζεται ότι βρίσκονται στις κατεχόμενες περιοχές περισσότεροι από 80.000 έποικοι, γεγονός που προκαλεί την αντίδραση και των ίδιων των Τουρκοκυπρίων.