ΣΤ' Γύρος
E' Γύρος
Δ' Γύρος
Γ' Γύρος
Β' Γύρος
Α' Γύρος

 

 


 
1980 - 1981
Τον Ιούλιο του 1980, ο τότε Ειδικός Αντιπρόσωπος του ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο, Ούγκο Γκόμπι, άρχισε εντατικό γύρο διαβουλεύσεων με τις δύο πλευρές με διακηρυγμένο στόχο την επανέναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών.

Οι δύο πλευρές συμφώνησαν τελικά να επαναλάβουν τις συνομιλίες χωρίς εκ των προτέρων δεσμεύσεις ή προϋποθέσεις και να εξηγήσουν τις θέσεις τους πάνω σε όλα τα θέματα, στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι η έννοια των αμφισβητούμενων όρων όπως "διζωνική" και "ασφάλεια" έπρεπε να καθοριστούν κατά τη διάρκεια των λεπτομερών συζητήσεων που θα ακολουθούσαν.

Οι συνομιλητές - ο Γεώργιος Ιωαννίδης εκ μέρους της ελληνοκυπριακής πλευράς και ο Ουμίτ Ονάν εκ μέρους της τουρκοκυπριακής πλευράς - συναντήθηκαν υπό την προεδρία του Γκόμπι, στις 9 Αυγούστου 1980.

Ο Ιωαννίδης είχε προηγουμένως δηλώσει ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά θα συμμετείχε στις συνομιλίες με πνεύμα καλής θέλησης και ότι ήταν έτοιμος και πρόθυμος να συζητήσει κατά τρόπο "θετικό, εποικοδομητικό και ουσιαστικό όλες τις πτυχές του κυπριακού προβλήματος".

Κατά την εναρκτήρια συνάντηση, ο Γκόμπι διάβασε δήλωση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, στην οποία παρατίθετο η αντίληψη του Γενικού Γραμματέα όσον αφορά το κοινό έδαφος ανάμεσα στις δύο πλευρές και όριζε τα θέματα που θα συζητούντο. Αυτά περιλάμβαναν την επανεγκατάσταση στα Βαρώσια των Ελληνοκυπρίων κατοίκων τους, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, πρακτικά μέτρα για προώθηση καλής θέλησης και αμοιβαίας εμπιστοσύνης καθώς και συνταγματικά και εδαφικά θέματα.

Στη δήλωση του ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών τόνιζε, επίσης, ότι οι συνομιλίες θα επαναλαμβάνονταν πάνω στη βάση των συμφωνιών υψηλού επιπέδου του Φεβρουαρίου 1977 και του Μαίου 1979. Όπως ανέφερε, η αντίληψη του ήταν ότι οι δύο πλευρές υποστήριζαν "ομοσπονδιακή λύση για τη συνταγματική πτυχή και διζωνική λύση για την εδαφική πτυχή του κυπριακού προβλήματος".

Πριν την έναρξη των συνομιλιών η ελληνοκυπριακή πλευρά τόνισε ότι η διαδικασία που θα ακολουθείτο δεν θα έπρεπε σε καμιά περίπτωση να ερμηνευτεί ως τροποποίηση των δύο συμφωνιών κορυφής. Υπογράμμισε, περαιτέρω, ότι επεδίωκε ομοσπονδιακή λύση του κυπριακού προβλήματος σε όλες του τις πτυχές, όπως προνοείται στις συμφωνίες του Φεβρουαρίου του 1977 και Μαίου του 1979.

Κατά την αντίληψη της ελληνοκυπριακής πλευράς το ομοσπονδιακό κράτος θα αποτελείται από δύο περιφέρειες - η μία υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση και η άλλη υπό τουρκοκυπριακή - σύμφωνα με τις παραδεκτές συνταγματικές αρχές της ομοσπονδίας. Όπως σε όλες τις ομοσπονδίες, μεταξύ των περιφερειών δεν θα πρέπει να υπάρχουν σύνορα και η κεντρική κυβέρνηση θα πρέπει να έχει αρκετές εξουσίες ώστε να διασφαλίζει την ενότητα της.

Στην αρχή η ελληνοκυπριακή πλευρά είχε υποστηρίξει πολυπεριφερειακή ομοσπονδία, αλλά αργότερα αποδέχθηκε ομοσπονδία που να αποτελείται από δύο περιφέρειες, ως μια επιπλέον παραχώρηση προς τις τουρκοκυπριακές αξιώσεις. Ο όρος "διζωνική" χρησιμοποιήθηκε κατόπιν από την ελληνοκυπριακή πλευρά ως συνώνυμο της "διπεριφερειακής" και σε αντιδιαστολή προς την "πολυπεριφερειακή".

Η τουρκοκυπριακή πλευρά είχε, επίσης, αρχικά χρησιμοποιήσει τον όρο "διζωνική" για να καθορίσει δύο περιφέρειες ή περιοχές σε αντίθεση με περισσότερες από δύο. Αργότερα η Τουρκία επαναπροσδιορίζοντας τον όρο, αποκαλύφθηκε από την τουρκοκυπριακή πλευρά ότι προσέδιδε σε αυτόν μια έννοια που είχε σχέση με "συνομοσπονδία" δύο "ανεξάρτητων κρατών", παρά το γεγονός ότι τέτοιες έννοιες έρχονταν σε αντίθεση με τις δύο υψηλού επιπέδου συμφωνίες.

Ο πρώτος γύρος των νέων διακοινοτικών συνομιλιών άρχισε στις 16 Σεπτεμβρίου και οι συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν στο "Λήδρα Πάλας".  Η συζήτηση του Κυπριακού στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών που ήταν προγραμματισμένη για το Νοέμβριο, αναβλήθηκε ως χειρονομία καλής θέλησης από μέρους της ελληνοκυπριακής πλευράς.

Αφού οι δύο πλευρές εξέθεσαν τις αρχικές τους θέσεις πάνω στα τέσσερα σημεία της ημερήσιας διάταξης, τους ζητήθηκε να υποβάλουν συγκεκριμένες προτάσεις. Η ελληνοκυπριακή πλευρά υπέβαλε προτάσεις για μέτρα προώθησης αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Αν και αναμενόταν και από τις δύο πλευρές να εισηγηθούν τρόπους ενθάρρυνσης της επαναπροσέγγισης, η τουρκοκυπριακή πλευρά όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε, αλλά απαίτησε επιπρόσθετα μέτρα που θα προδίκαζαν την επίλυση της συνταγματικής πτυχής και θα εδραίωναν την διχοτόμηση.

Όσον αφορά στις τουρκοκυπριακές προτάσεις για τα Βαρώσια, αυτές δεν ήταν περισσότερο θετικές από εκείνες του Απριλίου του 1978. Η προτεινόμενη για επανεγκατάσταση περιοχή ήταν μόνο ένα μικρό τμήμα της πόλης χωρίς καμιά διέξοδο προς την ελεγχόμενη από την κυπριακή κυβέρνηση περιοχή. Επιπλέον, η πόλη δεν θα επιστρεφόταν στους Ελληνοκύπριους κατοίκους της, όπως προνοείτο στη συμφωνία Κυπριανού - Ντενκτάς του 1979, αλλά ουσιαστικά θα παρέμενε υπό τουρκοκυπριακό έλεγχο.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά παρουσίασε πλήρεις και συγκεκριμένες συνταγματικές προτάσεις τον Οκτώβριο του 1980, ενώ η τουρκοκυπριακή πλευρά κατέθεσε τις δικές της συνταγματικές προτάσεις τρεις μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1981. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επανέλαβε τις παλιές απαιτήσεις της για δύο αυτόνομες οντότητες κάτω από την ομπρέλα συνομοσπονδίας, ενώ οι ελληνοκυπριακές προτάσεις προνοούσαν για ένα ενωμένο ομοσπονδιακό κράτος.

Στις 5 Αυγούστου του 1981, η τουρκοκυπριακή πλευρά υπέβαλε αυτό που η ίδια αποκάλεσε "περιεκτικές προτάσεις" για λύση του κυπριακού προβλήματος, συμπεριλαμβανομένων, για πρώτη φορά, προτάσεων για το εδαφικό πάνω σε χάρτη.

Οι προτάσεις αυτές, που παρουσιάστηκαν μετά από καθυστέρηση αρκετών ετών, πρότειναν την επιστροφή του 2,6% των κατεχομένων εδαφών και επέτρεπαν μόνο σε περίπου 31.000 πρόσφυγες να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Η τουρκοκυπριακή πλευρά υπέβαλε, επίσης, συνταγματικές προτάσεις που ήταν ίδιες με εκείνες του Ιανουαρίου του 1981. Στις 26 Αυγούστου η ελληνοκυπριακή πλευρά έδωσε "αναλυτικές απόψεις" πάνω στις τουρκοκυπριακές προτάσεις και στις 9 Σεπτεμβρίου υπέβαλε ακόμα πιο λεπτομερείς προτάσεις για τη συνταγματική και την εδαφική πτυχή.