|
|
|
1982-1983 |
Η τουρκοκυπριακή ηγεσία έδωσε σαφή ένδειξη της πρόθεσης της να εδραιώσει τα τετελεσμένα γεγονότα, όταν τον Ιούλιο του 1982 αποφάσισε να παραχωρήσει στους Τουρκοκυπρίους και τους εποίκους από την Ανατολία τίτλους ιδιοκτησίας των ελληνοκυπριακών περιουσιών. Μέχρι το 1983 ήταν φανερό ότι οι συνομιλίες, υπό την παρούσα τους μορφή, δεν οδηγούσαν πουθενά. Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο, με τις τουρκικές απειλές για ανάληψη ένοπλης δράσης εναντίον της ελεγχόμενης από την κυβέρνηση περιοχής, με το πρόσχημα ότι μέλη αρμενικών απελευθερωτικών οργανώσεων κατέφυγαν στις ελεύθερες περιοχές και παρά το γεγονός ότι μετά από έρευνες που διεξήχθησαν απρόσκοπτα από την Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών, είχε αποδειχθεί ότι οι τουρκικοί ισχυρισμοί ήταν τελείως ανυπόστατοι.
Ενόψει της έλλειψης προόδου στις συνομιλίες και των σοβαρών απειλών όσον αφορά την ασφάλεια των Ελληνοκυπρίων, η κυβέρνηση έκρινε ότι δεν είχε άλλη εκλογή από τη διεθνοποίηση του κυπριακού προβλήματος, προσφεύγοντας στα Ηνωμένα Έθνη για άλλη μια φορά.
Τα ίδια τα Ηνωμένα Έθνη έδωσαν ενδείξεις ότι ανησυχούσαν για τη στασιμότητα και την επιδείνωση της κατάστασης. Μετά από μια συνάντηση μεταξύ του τότε Προέδρου Κυπριανού και του νέου Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Πέρεζ ντε Κουεγιάρ στο Παρίσι, στις 24 Απριλίου του 1983, ο τελευταίος αποκάλυψε ότι είχε την πρόθεση να ενισχύσει την προσωπική του ανάμιξη στις προσπάθειες για επίτευξη διευθέτησης. Ανέφερε συναφώς ότι σκόπευε να βολιδοσκοπήσει όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη για τις νέες ιδέες και πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αναζήτηση μιας λύσης.
Περίπου δύο εβδομάδες αργότερα η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών συνήλθε για να εξετάσει το κυπριακό πρόβλημα και στις 13 Μαΐου του 1983 υιοθέτησε με συντριπτική πλειοψηφία ένα πολύ ισχυρό ψήφισμα (37/253) για την Κύπρο. Μεταξύ άλλων, το ψήφισμα, το οποίο υποβλήθηκε από την Ομάδα Επαφής των Αδεσμεύτων και 12 άλλες χώρες, απορρίπτει τα τετελεσμένα γεγονότα και απαιτεί την άμεση αποχώρηση όλων των κατοχικών στρατευμάτων από το νησί. Επιπλέον, θεωρεί ότι η αποχώρηση των στρατευμάτων αυτών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για μια γρήγορη και αμοιβαία αποδεκτή λύση του κυπριακού προβλήματος. Το ψήφισμα, καλεί επίσης, τα ενδιαφερόμενα μέρη να απέχουν από οποιανδήποτε μονομερή ενέργεια, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά οποιανδήποτε προοπτική για μια δίκαιη και διαρκή λύση να απέχουν από οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία παραβιάζει την ανεξαρτησία, ενότητα, κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου.
Η αντίδραση της τουρκοκυπριακής πλευράς στην απόφαση της συντριπτικής πλειοψηφίας της διεθνούς κοινότητας ήταν η υιοθέτηση "ψηφίσματος" υπέρ της διεξαγωγής "δημοψηφίσματος" για ανακήρυξη χωριστού κράτους στο τουρκοκρατούμενο βόρειο τμήμα του νησιού. Το "ψήφισμα" αυτό αξιώνει, μεταξύ άλλων, ότι "ο τουρκικός λαός της Κύπρου έχει το αποκλειστικό δικαίωμα της αυτοδιάθεσης" και "το δικαίωμα αυτοδιοίκησης στα δικά του εδάφη".
Επιθυμώντας να αποτρέψει οποιεσδήποτε δυσάρεστες εξελίξεις, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, στις 8 Αυγούστου του 1983 διαβίβασε και στις δύο πλευρές "ανεπίσημες και εμπιστευτικές βολιδοσκοπήσεις", οι οποίες αποσκοπούσαν στην σμίκρυνση του χάσματος μεταξύ των θέσεων των δύο πλευρών. Το έγγραφο των Ηνωμένων Εθνών κάλυπτε την εκτελεστική, νομοθετική και εδαφική πτυχή.
Η Τουρκοκυπριακή ηγεσία αξίωσε τότε από τους Ελληνοκυπρίους που αποτελούσαν περισσότερο από τα 4/5 του πληθυσμού, να παραβλέψουν το γεγονός ότι οι Τουρκοκύπριοι είναι μια μικρή εθνική μειονότητα και να τους αποδεχτούν ως "ίσους συνεταίρους" στο κράτος, έστω και αν αυτό θα έπληττε τα θεμέλια της δημοκρατίας. Απειλώντας ακόμη μια φορά για ανακήρυξη ανεξάρτητου κράτους, αξίωσαν από την κυπριακή κυβέρνηση να αποκηρύξει την κυριαρχία της πάνω σε ολόκληρο το έδαφος της Δημοκρατίας, να αναγνωρίσει την τουρκοκυπριακή κοινότητα ως χωριστό αυτόνομο λαό και να σταματήσει να ζητά υποστήριξη για το πρόβλημα της σε διεθνή βήματα.
Περαιτέρω, ο Ντενκτάς απέρριψε την πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα ενώ βλέποντας ότι η όλη στάση του θα δημιουργούσε άσχημη εικόνα διεθνώς, πρότεινε συνάντηση υψηλού επιπέδου με τον Σπύρο Κυπριανού, για να αποσπάσει την προσοχή από το θέμα.
Στις 15 Νοεμβρίου 1983 ο Ντενκτάς ανακήρυξε χωριστό "κράτος", το οποίο ονόμασε "Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου" (Τ.Δ.Β.Κ). Ενώ η Τουρκία προσποιήθηκε αρχικά ότι εξεπλάγηκε από την αποσχιστική αυτή ενέργεια, αναγνώρισε αμέσως το "νέο κράτος" και υποσχέθηκε να το στηρίξει. Η παράνομη αυτή ενέργεια της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, όμως, προκάλεσε την παγκόσμια καταδίκη και η διεθνής κοινότητα δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν υπήρχε θέμα αναγνώρισης.
Ο Πρόεδρος Κυπριανού ανέφερε σε δήλωση του στις 15 Νοεμβρίου 1983 ότι "αυτή η ενέργεια όχι μόνο περιπλέκει περαιτέρω το κυπριακό πρόβλημα, αλλά καθιστά φανερό ότι στόχος της τουρκικής πλευράς ήταν πάντοτε η δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων και η καλλιέργεια συνθηκών με σκοπό την απόσχιση της κατεχόμενης περιοχής από την Κυπριακή Δημοκρατία".
Επιπλέον, η λεγόμενη ανακήρυξη ανεξαρτησίας στο κατεχόμενο τμήμα το νησιού - μια ενέργεια η οποία δεν θα ήταν ποτέ εφικτή αν δεν υπήρχαν εκεί τα τουρκικά στρατεύματα - είναι ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία, μαζί με τη Βρετανία και την Ελλάδα, είχαν αναλάβει να διαφυλάξουν την ανεξαρτησία του νησιού.
Η αυθαίρετη αυτή ενέργεια όχι μόνο παραβιάζει την κυριαρχία, ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου αλλά, επιπλέον, έρχεται σε αντίθεση με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, την Τελική Πράξη του Ελσίνκι και το διεθνές δίκαιο και αναπόφευκτα οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη αστάθεια στην περιοχή.
Εξάλλου, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών τόνισε ότι αυτή η ενέργεια είναι "αντίθετη προς τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας για την Κύπρο και σε αντίφαση με τις συμφωνίες κορυφής του 1977 και 1979" ενώ οι κυβερνήσεις της Κύπρου, Ελλάδας και Βρετανίας ζήτησαν από κοινού έκτακτη σύνοδο του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για να εξετάσει την κατάσταση.
Στις 18 Νοεμβρίου του 1983 το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθέτησε το ψήφισμα 541 (1983), το οποίο προτάθηκε από την Βρετανία και αποδοκιμάζει, μεταξύ άλλων, την ανακήρυξη, με την οποία επιχειρείται η απόσχιση τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη θεωρεί νομικά άκυρη και ζητεί την ανάκληση της. Ταυτόχρονα, ζητεί επείγουσα και αποτελεσματική εφαρμογή των ψηφισμάτων του 365 (1974) και 367 (1975) και καλεί όλα τα κράτη να μην αναγνωρίσουν οποιοδήποτε κυπριακό κράτος άλλο από την Κυπριακή Δημοκρατία. Το ψήφισμα υιοθετήθηκε με 13 ψήφους υπέρ (συμπεριλαμβανομένων των ψήφων των πέντε Μονίμων Μελών), με μία ψήφο εναντίον (Πακιστάν) και μία αποχή (Ιορδανία). |

|