ΣΤ' Γύρος
E' Γύρος
Δ' Γύρος
Γ' Γύρος
Β' Γύρος
Α' Γύρος

 

 


 
1984
Παρά την ένταση και το αρνητικό κλίμα που δημιουργήθηκε από την ανακήρυξη του ψευδοκράτους του Ντενκτάς, η κυβέρνηση της Κύπρου συνέχισε τις προσπάθειες της για συμβιβασμό. Έτσι, ο Πρόεδρος Κυπριανού παρουσίασε στις 11 Ιανουαρίου 1984 μέσω του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών "πλαίσιο συνολικής λύσης του κυπριακού προβλήματος". 

Η πρόταση αυτή χαιρετίστηκε από τη διεθνή κοινή γνώμη ως ένα σοβαρό και τολμηρό βήμα προς την ειρήνη. Θεωρήθηκε ότι ήταν πλήρως προσαρμοσμένη με τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών για την Κύπρο και τις συμφωνίες κορυφής του 1977 και 1979 και διάνοιγε το δρόμο για μια γρήγορη λύση που θα διασφάλιζε την ανεξαρτησία, την ενότητα, την ειρήνη και το αδέσμευτο της Κυπριακής Δημοκρατίας, απαλλαγμένης από κατοχικά στρατεύματα και εξωτερικές επεμβάσεις.

Το πλαίσιο περιείχε σημαντικές υποχωρήσεις από ελληνοκυπριακής πλευράς και προσέγγιζε την τουρκοκυπριακή άποψη περί ομοσπονδίας. Οι αρχές που διατυπώθηκαν στο προτεινόμενο πλαίσιο πληρούσαν τις βασικές προϋποθέσεις για εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια και προνοούσαν για ένα εφαρμόσιμο ομόσπονδο σύστημα που να διασφαλίζει παράλληλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες όλων των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η τουρκική πλευρά, σταθερή στην πολιτική της για την Κύπρο, απέρριψε αμέσως το πλαίσιο χωρίς να ζητήσει καν διευκρινίσεις. Και ενώ η τουρκική πλευρά προωθούσε τα τετελεσμένα, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, το Μάρτη του 1984, υπέβαλε στις δύο πλευρές ένα σενάριο από πέντε σημεία, σε μια προσπάθεια να προετοιμάσει το έδαφος για μια νέα συνάντηση υψηλού επιπέδου και να αποτρέψει επιδείνωση της κατάστασης. Πρότεινε, μεταξύ άλλων, μια σειρά από μέτρα καλής θέλησης που περιλάμβαναν τη μεταβίβαση του ελληνικού τομέα της Αμμοχώστου (Βαρώσια) υπό την προσωρινή διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών και σε μεταγενέστερο στάδιο, επανεγκατάσταση στην περιοχή αυτή των Ελληνοκυπρίων κατοίκων της. Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών κάλεσε επίσης την τουρκική πλευρά να μη δώσει συνέχεια στην ούτω καλούμενη ανακήρυξη του "ανεξάρτητου τουρκοκυπριακού κράτους".

Η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχθηκε τις προτάσεις αυτές, σε αντίθεση με την τουρκοκυπριακή ηγεσία που χρησιμοποίησε διάφορες μεθόδους καθυστέρησης. Αντί για απάντηση, ανακοίνωσε στις 10 Απριλίου 1984, ότι η "βουλή" του ψευδοκράτους είχε αποφασίσει να διεξάγει τον Αύγουστο "δημοψήφισμα" για ένα νέο "σύνταγμα" και να προχωρήσει σε " γενικές εκλογές" το Νοέμβριο. Οι νέες αυτές προκλητικές ενέργειες, οι οποίες αποτελούσαν νέες παράνομες προσπάθειες για εδραίωση των τετελεσμένων γεγονότων, έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με το ψήφισμα 541 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την Κύπρο.

Η επίσημη απάντηση της τουρκικής πλευράς δόθηκε στις 18 Απριλίου, στην οποία ο Ντενκτάς δήλωνε ότι ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ δεν είχε το δικαίωμα να υποβάλει οποιεσδήποτε προτάσεις και να απαιτεί απάντηση σε αυτές. Συνεχίζοντας ανέφερε ότι θα μπορούσε να σταματήσει την πολιτική εδραίωσης του "κράτους" του, μόνο αν η κυπριακή κυβέρνηση έπαυε να αντιπροσωπεύει την Κύπρο ως ένα κυρίαρχο κράτος. Απαίτησε κυνικά τη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως προϋπόθεση για διαπραγματεύσεις. Μόνο εφόσον γινόταν αυτό, σύμφωνα με τον Ντενκτάς, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια συνάντηση υψηλού επιπέδου μεταξύ του Προέδρου Κυπριανού, ως ηγέτη της ελληνοκυπριακής πλευράς και του ιδίου, ως ηγέτη του λεγόμενου τουρκοκυπριακού "κράτους".

Οι συνεχιζόμενες τουρκικές αποσχιστικές ενέργειες και η αδιάλλακτη στάση της τουρκικής πλευράς προς τα Ηνωμένα Έθνη και το Γενικό Γραμματέα, οδήγησαν την πρωτοβουλία σε αποτυχία.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ στην προσπάθεια του για επανάληψη των διαπραγματεύσεων, συναντήθηκε τον Αύγουστο του 1984 στη Βιέννη με τους εκπροσώπους των δύο πλευρών.

Έτσι στις 10 Σεπτεμβρίου ο Πέρεζ ντε Κουεγιάρ προσκάλεσε τον Πρόεδρο Κυπριανού και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ντενκτάς στη Νέα Υόρκη για να λάβουν μέρος σε "εκ του σύνεγγυς συνομιλίες" υπό την αιγίδα του.

Ο πρώτος γύρος συμπληρώθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα. Ο ΓΓ επέμενε και υπήρξε δεύτερος γύρος συνομιλιών μεταξύ 15 και 26 Οκτωβρίου. Οι συνομιλίες αυτές είχαν επίσης την ίδια τύχη εξαιτίας της αδιάλλακτης στάσης της τουρκικής πλευράς.

Κατά τις "εκ του σύνεγγυς συνομιλίες" ο ΓΓ προσπάθησε να βρει κοινό έδαφος, πάνω στο οποίο θα μπορούσε να βασίσει μια δίκαιη και βιώσιμη διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος. Ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά εργάστηκε με τρόπο εποικοδομητικό και προέβη σε όλες τις δυνατές υποχωρήσεις, η τουρκική πλευρά παρέμεινε αμετακίνητη και αρνητική.

Κατά τον τελευταίο γύρο των συνομιλιών - μεταξύ 26 Νοεμβρίου και 12 Δεκεμβρίου - υπήρξε κάποια μετακίνηση στις θέσεις της τουρκικής πλευράς, η οποία παρουσιάστηκε πιο διαλλακτική σε ζωτικά θέματα για πρώτη φορά αφότου άρχισαν οι συνομιλίες.

Έτσι ο Γενικός Γραμματέας θεώρησε ότι είχε επιτευχθεί αρκετή πρόοδος, ώστε να δικαιολογείται η σύγκληση μιας υψηλού επιπέδου συνάντησης για απευθείας συνομιλίες μεταξύ του Προέδρου της Κύπρου και του Τουρκοκύπριου ηγέτη.