ΣΤ' Γύρος
E' Γύρος
Δ' Γύρος
Γ' Γύρος
Β' Γύρος
Α' Γύρος

 

 


 
1990
Παρά τις αναβολές και την παρελκυστική τακτική της τουρκικής πλευράς, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Χαβιέ Περέζ ντε Κουεγιάρ, διευθέτησε νέα συνάντηση μεταξύ του Προέδρου Βασιλείου και του Τουρκοκύπριου ηγέτη που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη μεταξύ 26 Φεβρουαρίου και 2 Μαρτίου 1990.

Με την έναρξη της συνάντησης ο Ραούφ Ντενκτάς έθεσε νέους όρους που υπονόμευαν τα θεμέλια των διακοινοτικών συνομιλιών. Πράγματι, ο ΓΓ των ΗΕ σε σχετικό σχόλιο του στις 2 Μαρτίου 1990, επέρριψε ξεκάθαρα την ευθύνη κατάρρευσης του διαλόγου τον Τουρκοκύπριο ηγέτη αφού ο τελευταίος αξίωνε όπως ο όρος "κοινότητες" να χρησιμοποιείται κατά τέτοιο τρόπο, που να είναι συνώνυμος με τον όρο "λαοί", με δικαίωμα χωριστής αυτοδιάθεσης.

Εξάλλου οι όροι που έθεσε ο Ντενκτάς, δεν ήταν μόνο αντίθετοι προς τη συμφωνημένη βάση των διαπραγματεύσεων, αλλά ήταν ασυμβίβαστοι και με τα σχετικά ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, ιδιαίτερα με το ψήφισμα 367 (1975) του Συμβουλίου Ασφαλείας που ανέθεσε την αποστολή καλών υπηρεσιών στο Γενικό Γραμματέα. Επίσης ήταν αντίθετοι με τις δύο συμφωνίες κορυφής του 1977 και 1979 που είναι και η βάση των διακοινοτικών συνομιλιών.

Σαν συνέπεια της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί ο Γενικός Γραμματέας αποφάσισε να τερματίσει τις συνομιλίες και να υποβάλει έκθεση στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ζητώντας την καθοδήγηση του.

Στο σχετικό του ψήφισμα 649 (1990) το Συμβούλιο Ασφαλείας, για μια ακόμη φορά επαναβεβαίωσε την υποστήριξη του στις δύο συμφωνίες κορυφής, με τις οποίες οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων δεσμεύτηκαν να εγκαθιδρύσουν μια δικοινοτική, ομόσπονδη Κυπριακή Δημοκρατία, που θα κατοχύρωνε την ανεξαρτησία, κυριαρχία, εδαφική ακεραιότητα και τον αδέσμευτο προσανατολισμό της. Επίσης θα απέκλειε την ένωση του συνόλου ή μέρους της με άλλη χώρα, όπως και κάθε μορφής διαίρεση ή απόσχιση. Επαναβεβαιώνοντας τις συμφωνίες κορυφής, τις οποίες υπέγραψε και ο Ντενκτάς, το Συμβούλιο Ασφαλείας ξεκάθαρα απέρριψε τις τουρκικές απαιτήσεις.

Οι προσπάθειες να ξεπεραστεί το αδιέξοδο που προέκυψε συνεχίστηκαν και το κυπριακό πρόβλημα συζητήθηκε τον Ιούνιο του 1990 στη συνάντηση κορυφής του Προέδρου των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους με τον πρόεδρο της Σοβιετικής Ένωσης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

Στο μεταξύ η Ευρωπαϊκή Ένωση συνέχισε το ενεργό ενδιαφέρον της για το Κυπριακό. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με ψήφισμα που υιοθετήθηκε με συντριπτική πλειοψηφία στις 15 Μαρτίου 1990, καταδίκασε τις ενέργειες Ντενκτάς να επιχειρήσει να μεταβάλει την εντολή του Γενικού Γραμματέα και παρότρυνε τα κράτη - μέλη του να "γνωστοποιήσουν την αντίθεση τους στους ελιγμούς του κ. Ντενκτάς στη Νέα Υόρκη". Κάλεσε επίσης την τουρκική κυβέρνηση "να επιδείξει θέληση και πνεύμα συνεργασίας, με στόχο την επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών για την εξεύρεση μιας αποδεκτής λύσης στο κυπριακό πρόβλημα".

Το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για το κυπριακό πρόβλημα επαναβεβαιώθηκε επίσης κατά τη διάρκεια σειράς επισκέψεων του Προέδρου της Δημοκρατίας σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κατά το πρώτο εξάμηνο του 1990. Η θέση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο κυπριακό έγινε ακόμα πιο σαφής μετά την έκδοση, στις 26 Ιουνίου 1990, της Διακήρυξης του Δουβλίνου από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η απόφαση των Δώδεκα στο Δουβλίνο, υιοθετώντας την άποψη ότι το κυπριακό έχει άμεση επίδραση στις σχέσεις της Κοινότητας με την Τουρκία, έδινε ένα σημαντικό μήνυμα της αποφασιστικότητας της Κοινότητας να αναμειχθεί ουσιαστικά στην επίλυση του προβλήματος.

Το δεύτερο ήμισυ του 1990 σημαδεύτηκε με την υποβολή, στις 4 Ιουλίου 1990, επίσημης αίτησης από την Κυπριακή Δημοκρατία για πλήρη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

Έντονη ήταν η αντίδραση της Τουρκίας και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας στην απόφαση αυτή της κυπριακής κυβέρνησης και εκδηλώθηκε με ενέργειες που αποσκοπούσαν να δημιουργήσουν ένταση στο νησί. Έγιναν επίσης βήματα για να προετοιμάσουν το έδαφος εποικισμού της πόλης των Βαρωσίων, σε κατάφωρη παραβίαση των προνοιών του ψηφίσματος 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Σε σειρά δηλώσεων που ετέθησαν υπόψη του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 30 Νοεμβρίου 1990, η τουρκική πλευρά όχι μόνο επανέλαβε τη διχοτομική της θέση για ύπαρξη δύο "λαών" και για χωριστό δικαίωμα αυτοδιάθεσης, αλλά προέβη σε νέες, πιο απαράδεκτες προκλήσεις, εντείνοντας τις ξεκάθαρες απαιτήσεις της για αναγνώριση χωριστού κράτους στο έδαφος της Δημοκρατίας και την προώθηση λύσης συνομοσπονδίας. Τις νέες αυτές προκλήσεις, μάλιστα, τις έθεσε ως όρο για την επανάληψη των διαπραγματεύσεων.

Εξάλλου κατά τη διάρκεια της συνόδου της Διάσκεψης για Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ), που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι την περίοδο 19 -21 Νοεμβρίου 1990 ο Πρόεδρος της Κύπρου παρότρυνε τα κράτη - μέλη της ΔΑΣΕ να στρέψουν την προσοχή τους σε μια ειρηνική διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος, με την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου, των αρχών του καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ και την Τελική Πράξη του Ελσίνκι.