ΣΤ' Γύρος
E' Γύρος
Δ' Γύρος
Γ' Γύρος
Β' Γύρος
Α' Γύρος

 

 


 
1992
Ο νέος γύρος διαβουλεύσεων που είχαν οι αντιπρόσωποι του Γενικού Γραμματέα στη Λευκωσία, Αθήνα και Άγκυρα το Φεβρουάριο του 1992, απέτυχε να κινήσει τα πράγματα προς τα εμπρός. Στην πραγματικότητα ο νέος γύρος χαρακτηριζόταν από περαιτέρω σκλήρυνση των τουρκικών θέσεων και από την απροθυμία του Τούρκου Πρωθυπουργού Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς να συναντήσουν τους αντιπροσώπους του Γενικού Γραμματέα.

Η έκθεση του Γενικού Γραμματέα για την αποστολή καλών υπηρεσιών του στην Κύπρο, που υποβλήθηκε στο Συμβούλιο Ασφαλείας στις 3 Απριλίου 1992 και το επακόλουθο ψήφισμα 750/92 που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας, ήταν αποτέλεσμα της αποφασιστικότητας του Γενικού Γραμματέα να επιτύχει διευθέτηση στο Κυπριακό μέσω διαπραγματεύσεων. Ο Γενικός Γραμματέας υπέβαλε μαζί με την έκθεση του, "δέσμη ιδεών" οι οποίες όμως δεν συνιστούσαν συμπληρωμένο σχέδιο περιγράμματος λύσης.

Η "δέσμη ιδεών" περιλαμβάνει θετικά και αρνητικά στοιχεία, είπε ο τότε Πρόεδρος Βασιλείου και διευκρίνισε ότι υποβλήθηκε μόνο ως βάση για τις συνομιλίες, ενώ τόνισε ότι οποιεσδήποτε νέες συνταγματικές διευθετήσεις θα πρέπει να διασφαλίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες όλων των Κυπρίων, δικαιώματα και ελευθερίες που θα πρέπει να ενισχύονται από την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

Αφού μελέτησε την έκθεση του Γενικού Γραμματέα, το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε το ψήφισμα 750 (1992) στις 10 Απριλίου 1992. Η ελληνοκυπριακή πλευρά εκτίμησε ότι αυτό μπορεί να είχε θετική επίδραση στο να ενθαρρύνει όλα τα μέρη να συνεργαστούν με τον Γενικό Γραμματέα, ώστε να καλυφθούν τα υφιστάμενα κενά, κατά τρόπο που να συνάδει με τον καταστατικό χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το ισχύον διεθνές δίκαιο και σύμφωνα με τα δεσμευτικά ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών.

Μετά την υιοθέτηση του ψηφίσματος 750 (1992) οι αντιπρόσωποι του Γενικού Γραμματέα επισκέφθηκαν την περιοχή για συνομιλίες με τις δύο πλευρές στην Κύπρο και με τις κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας. Ο Γενικός Γραμματέας είχε συνολικά, από τις 18 ως τις 23 Ιουνίου, πέντε χωριστές συναντήσεις με τον Πρόεδρο Βασιλείου και τον Ραούφ Ντενκτάς. Οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στις εδαφικές διευθετήσεις και στα εκτοπισμένα πρόσωπα, ενώ ανασκοπήθηκαν και τα άλλα έξι θέματα που απάρτιζαν τη "δέσμη ιδεών" ενός πλαισίου συνολικής λύσης.

Εξάλλου, το Συμβούλιο επαναβεβαίωσε την απόφαση του να ασχολείται με το κυπριακό πρόβλημα πάνω σε συνεχή και άμεση βάση, σε υποστήριξη της προσπάθειας για συμπλήρωση της "δέσμης ιδεών" και κατάληξη σε ένα συνολικό πλαίσιο συμφωνίας.

Ο Πρόεδρος Βασιλείου και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης συναντήθηκαν ξανά, στις 15 Ιουλίου, με τον Γενικό Γραμματέα, ο οποίος υπέβαλε μια διευρυμένη και συμπληρωμένη εκδοχή των ιδεών του. Μέχρι τότε, οι ιδέες κάλυπταν ουσιαστικά όλες τις πτυχές του κυπριακού προβλήματος, συμπεριλαμβανομένου και ενός χάρτη που σκιαγραφούσε τις εδαφικές διευθετήσεις για μια μελλοντική ομοσπονδία.

Οι εκ του σύνεγγυς συνομιλίες άρχισαν με την εδαφική πτυχή. Ευθυγραμμισμένη με το ψήφισμα 750 (1992) του Συμβουλίου Ασφαλείας και θέλοντας να σημειωθεί πρόοδος, η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδέχθηκε τη "δέσμη ιδεών" ως βάση διαπραγμάτευσης ενός συνολικού πλαισίου συμφωνίας. Η αποδοχή έγινε, παρά το ότι ο χάρτης δεν αντανακλούσε τα δίκαια αιτήματα του ελληνοκυπριακού πληθυσμού.

Αντίθετα, ο Ραούφ Ντενκτάς υιοθέτησε μια παρελκυστική τακτική και ολόκληρη την πρώτη εβδομάδα αρνήθηκε ακόμα και να διαπραγματευθεί την εδαφική πτυχή και να υποβάλει οποιεσδήποτε συγκεκριμένες προτάσεις. Αυτό οδήγησε σε συνάντηση των Πέντε Μονίμων Μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας με τον Ντενκτάς στις 24 Ιουλίου, κατά την οποία του επεσήμαναν ότι υποστήριζαν την υποβολή χάρτη από το Γενικό Γραμματέα ως αναπόσπαστο τμήμα της ευαίσθητα ισορροπημένης "δέσμης ιδεών" και ως μια δίκαιη βάση για διευθέτηση στο εδαφικό.

Ο Ραούφ Ντενκτάς συνέχισε την κωλυσιεργό τακτική του και προσποιούμενος ότι υποβάλλει κάποιες προτάσεις, αρνήθηκε να δεχθεί τις προτάσεις του Γενικού Γραμματέα. Οι προτάσεις του Ντενκτάς, όπως ισχυριζόταν ο ίδιος, προνοούσαν 29% στο εδαφικό για την τουρκοκυπριακή πλευρά, αλλά στην πραγματικότητα διεκδικούσε υψηλότερο ποσοστό. Προσπάθησε να δώσει την εντύπωση ότι ήταν πρόθυμος να συνεργαστεί με το Γενικό Γραμματέα και να αποδεχθεί περίπου την προτεινόμενη γραμμή ανατολικά της Λευκωσίας, αλλά αρνήθηκε ακόμη και να συζητήσει για τη γραμμή δυτικά της Λευκωσίας. Αυτό ήταν μια απαράδεκτη θέση, διότι οι προτάσεις του Γενικού Γραμματέα ήταν σχεδιασμένες για να διασφαλίσουν την επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους, κάτω από ελληνοκυπριακή διοίκηση, των μισών Ελληνοκυπρίων που προσφυγοποιήθηκαν από την τουρκική εισβολή του 1974 και έτσι να μειωθεί ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων προσφύγων που θα είχαν το δικαίωμα να επιστρέψουν κάτω από τουρκοκυπριακή διοίκηση. Περαιτέρω η πρόταση του Γενικού Γραμματέα προνοούσε πλήρη εφαρμογή της συμφωνίας της 3ης Βιέννης που απέβλεπε στη διασφάλιση της απρόσκοπτης παρουσίας όλων των Ελληνοκυπρίων στην χερσόνησο της Καρπασίας.

Μετά από δύο εβδομάδες μάταιων προσπαθειών στο εδαφικό, ο Γενικός Γραμματέας αποφάσισε να μεταφερθούν οι συνομιλίες στο ζήτημα των εκτοπισμένων προσώπων. Παρόλο ότι στην αρχή ο Ντενκτάς αρνήθηκε να αποδεχθεί το δικαίωμα επιστροφής και το δικαίωμα περιουσίας των Ελληνοκυπρίων προσφύγων, δήλωσε μετά δημοσίως ότι ήταν έτοιμος να δεχθεί τις αρχές αυτές. Οι όροι όμως που έθεσε ο κατοχικός ηγέτης στην ενάσκηση του δικαιώματος επιστροφής από τους Ελληνοκυπρίους ήταν τέτοιοι, που μετέτρεπαν την αποδοχή της αρχής σε κενό λόγο.

Εν ολίγοις, σε κάθε θέμα που εγείρετο, η τουρκική πλευρά αρνείτο να προχωρήσει σε παραγωγική διαπραγμάτευση πάνω στη βάση της "δέσμης ιδεών" και προσπαθούσε να εισάγει νέες έννοιες ή επέμενε σε θέσεις που ήσαν εντελώς έξω από αυτό το πλαίσιο. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Γενικός Γραμματέας αποφάσισε στις 14 Αυγούστου να διακόψει τις συνομιλίες και να προσφύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

Παρόλο που η κυβέρνηση της Τουρκίας, όταν οι συνομιλίες άρχισαν στη Νέα Υόρκη, είχε υποσχεθεί ότι θα υποστήριζε τη διαδικασία, στην πράξη υποστήριζε τις θέσεις που πήρε ο Ντενκτάς, ο οποίος είχε κάθε λόγο να επιδιώκει αποτυχία των προσπαθειών.

Στις 26 Αυγούστου 1992 το Συμβούλιο Ασφαλείας αφού μελέτησε έκθεση του Γενικού Γραμματέα, υιοθέτησε ομόφωνα το ψήφισμα 774 (1992) το οποίο απηύθυνε έντονη προειδοποίηση ότι κάποια διευθέτηση του Κυπριακού θα έπρεπε να επιτευχθεί μέχρι το τέλος του 1992.

Ο νέος γύρος συνομιλιών άρχισε στις 26 Οκτωβρίου 1992 στη Νέα Υόρκη. Πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις μεταξύ του Γενικού Γραμματέα, του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργου Βασιλείου και του Ραούφ Ντενκτάς μέχρι τις 11 Νοεμβρίου 1992, οπότε οι συνομιλίες αναβλήθηκαν για να επαναληφθούν τον Μάρτιο του 1993.

Σε έκθεση του που υποβλήθηκε στο Συμβούλιο Ασφαλείας στις 19 Νοεμβρίου στο πλαίσιο των συνομιλιών, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών εισηγήθηκε οκτώ συγκεκριμένα μέτρα "που θα βοηθούσαν να δημιουργηθεί ένα νέο κλίμα εμπιστοσύνης".
Αυτά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη μείωση του αριθμού των τουρκικών δυνάμεων κατοχής, την επιστροφή της κατεχόμενης πόλης των Βαρωσιών υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών και απογραφή πληθυσμού παγκυπρίως.

Αφού μελέτησε την έκθεση του Γενικού Γραμματέα, το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε το ψήφισμα 789 (1992), στις 24 Νοεμβρίου 1992. Οι κυριότερες πρόνοιες του ψηφίσματος αυτού, που αναφέρονται στα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, παρατίθενται πιο κάτω:

1. Ως πρώτο βήμα για την αποχώρηση των μη κυπριακών δυνάμεων, που θεωρείται επιθυμητή στη "δέσμη ιδεών", να μειωθεί σημαντικά ο αριθμός των ξένων στρατευμάτων στην Κυπριακή Δημοκρατία και να υπάρξει μείωση στις δαπάνες για την άμυνα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

2. Οι στρατιωτικές αρχές στην κάθε πλευρά να συνεργαστούν με την Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών, για να επεκταθεί η συμφωνία απαγκίστρωσης του 1989 σε όλες τις περιοχές της νεκρής ζώνης που ελέγχεται από τα Ηνωμένα Έθνη, όπου οι δύο πλευρές βρίσκονται πολύ κοντά η μια στην άλλη.

3. Με σκοπό την εφαρμογή του ψηφίσματος 550 (1984) η περιοχή που σήμερα βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών να επεκταθεί και να συμπεριλάβει τα Βαρώσια.

4. Κάθε πλευρά να λάβει δραστήρια μέτρα για την προώθηση επαφής μεταξύ ανθρώπων των δύο κοινοτήτων, μειώνοντας τους περιορισμούς στη διακίνηση ατόμων πέρα από τη νεκρή ζώνη.

5. Να μειωθούν οι περιορισμοί για τους ξένους επισκέπτες που διασχίζουν τη νεκρή ζώνη.

6. Κάθε πλευρά να προτείνει δικοινοτικά σχέδια για πιθανή χρηματοδότηση είτε με δάνεια είτε με δωρεές κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών.

7. Και οι δύο πλευρές να δεσμευτούν για τη διενέργεια απογραφής πληθυσμού σε ολόκληρη την Κύπρο υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών και

8. Οι δύο πλευρές να συνεργαστούν για να μπορέσουν τα Ηνωμένα Έθνη να αναλάβουν, στις σχετικές περιοχές, τη διεξαγωγή μελετών σκοπιμότητας σε σχέση με την αποκατάσταση και εγκατάσταση ατόμων που θα επηρεαστούν από τις εδαφικές προσαρμογές ως μέρος της συνολικής συμφωνίας και σε σχέση με το πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης, το οποίο ως μέρος της συνολικής συμφωνίας θα είναι προς όφελος των ατόμων εκείνων που θα επανεγκατασταθούν στην υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση περιοχή.

Ο Πρόεδρος Βασιλείου ανέφερε ότι οι κυριότερες πρόνοιες του ψηφίσματος ήταν πολύ σημαντικές για την κυπριακή υπόθεση ενώ ο Τουρκοκύπριος ηγέτης απείλησε να παραιτηθεί, αν πιεζόταν να υπογράψει λύση στο Κυπριακό βασισμένη στη γραμμή του Συμβουλίου Ασφαλείας.