|
|
|
1993 |
Στις 28 Φεβρουαρίου 1993 ο Γλαύκος Κληρίδης ορκίστηκε τέταρτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Στις 30 Μαρτίου 1993, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών είχε κοινή συνάντηση με τον Πρόεδρο Κληρίδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη, κατά την οποία οι δύο ηγέτες εξέφρασαν τη θέληση τους να επαναλάβουν τις κοινές διαπραγματεύσεις στις 24 Μαίου 1993 στη Νέα Υόρκη.
Στο μεταξύ ο Γενικός Γραμματέας διόρισε στις 6 Απριλίου 1993 τον Γκουστάβ Φεϊσέλ, βοηθό του Γενικού Γραμματέα που είχε αναμιχθεί στην ειρηνευτική διαδικασία, ως Αναπληρωτή Ειδικό Αντιπρόσωπο στην Κύπρο. Επίσης στις 2 Μαίου διόρισε τον πρώην Πρωθυπουργό του Καναδά Τζόε Κλαρκ ως Ειδικό Αντιπρόσωπο του στην Κύπρο. Ο Κλαρκ αντικαθιστούσε τον Όσκαρ Καμιλιόν.
Στις 24 Μαίου ένας νέος γύρος συνομιλιών υπό την αιγίδα του ΓΓ του ΟΗΕ επαναλαμβανόταν στη Νέα Υόρκη. Ο Μπούτρος Γκάλι παρουσίασε στον Πρόεδρο της Κύπρου Γλαύκο Κληρίδη και στον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς τρία έγγραφα των Ηνωμένων Εθνών που περιλάμβαναν σειρά Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ). Τα έγγραφα αυτά των Ηνωμένων Εθνών πρότειναν τη μεταβίβαση του περιφραγμένου τμήματος της κατεχόμενης ανατολικής πόλης της Αμμοχώστου στη διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών, την επαναλειτουργία του διεθνούς αερολιμένα Λευκωσίας υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών και την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση διακοινοτικών επαφών στο νησί.
Η ελληνική κυπριακή πλευρά αποδέχθηκε καταρχήν τα τρία έγγραφα των ΗΕ υπό τον όρο ότι δεν θα προστίθεντο πρόνοιες που θα είχαν ως συνέπεια την άμεση ή έμμεση αναγνώριση της "Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου".
Ο Ντενκτάς, όμως, πρόβαλε μια σειρά παράλογων απαιτήσεων, όπως την αναγνώριση ενός παράνομου αεροδρομίου και δύο λιμανιών στην κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου, οι οποίες απορρίφθηκαν από τον Πρόεδρο Κληρίδη και τα Ηνωμένα Έθνη.
Στο μεταξύ στις 30 Ιουνίου 1993, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τη Γνωμοδότηση της στην αίτηση της Κύπρου για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Ξε Σύμφωνα με τη Γνωμοδότηση η Κύπρος κρίθηκε κατάλληλη για ένταξη και η αίτηση της αποφασίστηκε να επανεξεταστεί τον Ιανουάριο του 1995 υπό το φως και της προόδου που θα σημειωνόταν στο διακοινοτικό διάλογο.
Τον Ιούλιο του 1993, οι μεσολαβητές των Ηνωμένων Εθνών άρχισαν νέο γύρο διαβουλεύσεων στη Λευκωσία, Άγκυρα και Αθήνα, με σκοπό την προώθηση των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Παρόμοιες επαφές είχε στην Κύπρο και ο απεσταλμένος του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών. Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών ο Ραούφ Ντενκτάς διατήρησε τις ίδιες αντιρρήσεις, γεγονός που ανάγκασε το Γενικό Γραμματέα να κάνει την ακόλουθη δήλωση στην έκθεση του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, στις 14 Σεπτεμβρίου: "Είμαι υποχρεωμένος να αναφέρω ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν έχει επιδείξει ακόμη την απαιτούμενη θέληση και συνεργασία για επίτευξη συμφωνίας πάνω στο πακέτο. Η εκστρατεία παραπληροφόρησης είναι αντίθετη με τη δέσμευση του κ. Ντενκτάς την 1η Ιουνίου, να προωθήσει αποδοχή του πακέτου".
Στις 17 Δεκεμβρίου 1993, ο Πρόεδρος Κληρίδης διαβίβασε επιστολή στον Γενικό Γραμματέα των ΗΕ, στην οποία υπέβαλε ολοκληρωμένη πρόταση για αποστρατικοποίηση της Κύπρου, "ώστε να διαλυθεί το αντιπαραγωγικό κλίμα του φόβου και δυσπιστίας, και έτσι να αυξηθούν οι πιθανότητες διαπραγμάτευσης λύσης". Οι κυριότερες πρόνοιες της πρότασης προβλέπουν τη διάλυση της Εθνικής Φρουράς και παράδοση όλου του εξοπλισμού της στα Ηνωμένα Έθνη, υπό την προϋπόθεση ότι η Τουρκία θα αποσύρει τις δυνάμεις της από την Κύπρο και οι τουρκοκυπριακές δυνάμεις θα διαλυθούν και θα παραδώσουν τον εξοπλισμό τους στα ΗΕ. |

|