ΣΤ' Γύρος
E' Γύρος
Δ' Γύρος
Γ' Γύρος
Β' Γύρος
Α' Γύρος

 

 


 
1997
Μέσα στο 1997, η Τουρκία συνέχισε την αδιάλλακτη στάση της στο Κυπριακό και αύξησε την προκλητική της συμπεριφορά με τη μορφή απειλών χρήσης βίας ενάντια στην Κυπριακή Δημοκρατία, εάν το αμυντικό πυραυλικό αντιαεροπορικό σύστημα S-300 εγκαθίστατο στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η Τουρκία απειλούσε επίσης ότι θα προχωρούσε στην "ενσωμάτωση" των κατεχομένων από τα τουρκικά στρατεύματα περιοχών της βόρειας Κύπρου, εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρούσε στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Κύπρο. Οι απειλές αυτές διατυπώθηκαν επανειλημμένα από διάφορους αξιωματούχους της τουρκικής Κυβέρνησης.
 


Στις 20 Ιανουαρίου 1997, υπογράφτηκε στην Άγκυρα παράνομη "κοινή δήλωση" μεταξύ του Προέδρου της Τουρκίας κ. Ντεμιρέλ και του Τουρκοκύπριου ηγέτη κ. Ντενκτάς, η οποία περιείχε απειλές ότι η Τουρκία θα αναλάμβανε στρατιωτικά και πολιτικά μέτρα, εάν η Κυπριακή Δημοκρατία συνέχιζε τα αμυντικά της προγράμματα. Απειλούσε επίσης ότι κάθε βήμα της Κύπρου για ένταξη στην Ευρώπη θα κλιμάκωνε την παράνομη "πορεία ενοποίησης μεταξύ Τουρκίας και Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου".

Η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας διαμαρτυρήθηκε έντονα στα Ηνωμένα Έθνη για τις επαναλαμβανόμενες τουρκικές απειλές, οι οποίες συνιστούν κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών αλλά και αρκετών δεσμευτικών ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας για την Κύπρο, τα οποία, μεταξύ άλλων, καλούν όλες τις χώρες να σεβαστούν την ανεξαρτησία, κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η κυπριακή Κυβέρνηση υπογράμμιζε ότι αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως κυρίαρχης χώρας, να ενισχύει την αυτοάμυνα της κάτι που προνοείται και από τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Οι τουρκικές απειλές καταδικάστηκαν εξάλλου και από τη διεθνή κοινότητα.

Στο μεταξύ, στις 17 Ιανουαρίου 1997, ο Πρόεδρος Κληρίδης πήγε στην Αθήνα για συνομιλίες με τον Έλληνα Πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη αναφορικά με τους τρόπους χειρισμού του Κυπριακού. Ειδικότερα, εξετάστηκαν οι σαφείς τουρκικές απειλές εναντίον της Κύπρου με αφορμή την πρόθεση της κυπριακής Κυβέρνησης να προμηθευτεί το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-300. Σε δήλωση του μετά τις συνομιλίες, ο κ. Σημίτης επανέλαβε την "αμέριστη υποστήριξη στον αγώνα της Κύπρου και τις αμυντικές της προσπάθειες". Ο κ. Σημίτης είπε επίσης ότι το δόγμα του ενιαίου αμυντικού χώρου μεταξύ των δύο χωρών, που συμφωνήθηκε το 1993, αποτελεί την πιο σταθερή επιλογή για τις δύο χώρες. Οι δύο κυβερνήσεις αποφάσισαν επίσης να προωθήσουν την πρόταση Κληρίδη για αποστρατικοποίηση της Κύπρου.

Εξάλλου, στις αρχές Μαρτίου 1997, ο Αναπληρωτής Ειδικός Αντιπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ στην Κύπρο Γκουστάβ Φεϊσέλ άρχισε χωριστές εκ του σύνεγγυς συνομιλίες με τον Πρόεδρο Κληρίδη και τον κ. Ντενκτάς. Οι συνομιλίες απέβλεπαν στην έναρξη απευθείας συνομιλιών μεταξύ της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής πλευράς. Λεπτομέρειες των συνομιλιών πάνω στις βασικές πτυχές συμφωνήθηκε να μη δημοσιοποιούνται για να μη διαταραχθεί το κλίμα των συζητήσεων.

Περί τα τέλη Μαρτίου 1997, άρχισε στη Λευκωσία νέος γύρος συνομιλιών εκ του σύνεγγυς, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών και του Αναπληρωτή Ειδικού Αντιπροσώπου του ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών Γκουστάβ Φεϊσελ. Στόχος των εκ του σύνεγγυς συνομιλιών ήταν να προετοιμαστεί το έδαφος ώστε να αρχίσουν απευθείας συνομιλίες μεταξύ του Προέδρου Κληρίδη και Ραούφ Ντενκτάς στις αρχές του καλοκαιριού. Δυστυχώς καμιά απολύτως πρόοδος δεν επιτεύχθηκε στο νέο γύρο των εκ του σύνεγγυς συνομιλιών, λόγω της αρνητικής στάσης της τουρκικής πλευράς σε όλα τα βασικά ζητήματα που συζητήθηκαν.

Στις 28 Απριλίου 1997, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών διόρισε τον Ντιέγκο Κόρντοβεζ, πρώην Υπουργό Εξωτερικών του Ισημερινού, στη θέση του Ειδικού Συμβούλου για το Κυπριακό, για να βοηθήσει στις αναμενόμενες συνομιλίες ανάμεσα στις δύο κοινότητες. 



Στις 4 Ιουνίου 1997, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσαν το διορισμό του Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ ως Απεσταλμένου του Προέδρου Κλίντον για το Κυπριακό. Ανακοινώνοντας το διορισμό, ο Εκπρόσωπος του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών Νίκολας Μπερνς είπε ότι αντανακλά το προσωπικό ενδιαφέρον του Προέδρου Κλίντον για εξεύρεση λύσης στο Κυπριακό και θεωρείται ανανέωση αυτού του ενδιαφέροντος. Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Ιωάννης Κασουλίδης ανέφερε ότι ο διορισμός Χόλμπρουκ υπογραμμίζει το μέγεθος της αμερικανικής ανάμιξης στις επικείμενες προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού. 

Στις 9 Ιουνίου 1997, ο νέος Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Κόφι Ανάν, απηύθυνε επιστολή στον Πρόεδρο Κληρίδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη, με την οποία τους καλούσε σε απευθείας συνομιλίες για συνολική διευθέτηση του Κυπριακού. Οι συνομιλίες άρχισαν στο Τράουτμπεκ, ένα προάστειο της Νέας Υόρκης και διάρκεσαν από τις 9-13 Ιουλίου 1997.

Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών τα Ηνωμένα Έθνη ετοίμασαν και υπέβαλαν ένα άτυπο έγγραφο το οποίο περιλάμβανε, με ορισμένες φραστικές διαφοροποιήσεις, τις 23 πρώτες παραγράφους της δέσμης ιδεών Γκάλι. Οι δύο πλευρές επιφυλάχθηκαν να μελετήσουν το έγγραφο και να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους στο δεύτερο γύρο των συνομιλιών.

Εκτιμώντας τα αποτελέσματα των συνομιλιών του Τράουτμπεκ, ο Πρόεδρος Κληρίδης είπε ότι "δεν σημειώθηκε καμιά εξέλιξη επί της ουσίας του Κυπριακού αλλά δημιουργήθηκε ένα καλό κλίμα".

Μετά τις συνομιλίες του Τράουτμπεκ, ο Πρόεδρος Κληρίδης και ο Ραούφ Ντενκτάς είχαν δύο συναντήσεις στη Λευκωσία για συζήτηση των ανθρωπιστικών θεμάτων, των αγνοουμένων και των Ελληνοκυπρίων εγκλωβισμένων στην κατεχόμενη χερσόνησο της Καρπασίας. Κατά τη δεύτερη συνάντηση τους, στις 31 Ιουλίου 1997, οι δύο ηγέτες κατέληξαν σε συμφωνία που προνοούσε εκταφή λειψάνων αγνοουμένων, οι οποίοι αποδεδειγμένα έχουν πεθάνει κατά τη διάρκεια μαχών και απόδοση τους στους οικείους τους. Επίσης, οι δύο πλευρές αποφάσισαν να ζητήσουν από το ΓΓ του ΟΗΕ να διορίσει νέο τρίτο μέρος της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων, ώστε να επισπευτούν οι εργασίες της.

Στις 6 Αυγούστου, λίγες μόνο μέρες πριν από την έναρξη του δεύτερου γύρου συνομιλιών, η Τουρκία και η λεγόμενη "Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου" υπέγραψαν παράνομη συμφωνία η οποία αποσκοπούσε στην ενσωμάτωση των κατεχομένων από τα τουρκικά στρατεύματα περιοχών στην Τουρκία, εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρούσε στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Κύπρο. Παρά τη νέα αυτή τουρκική προκλητική ενέργεια ο Πρόεδρος Κληρίδης πήρε μέρος στη νέα φάση των συνομιλιών.

Ο δεύτερος γύρος των απευθείας συνομιλιών πραγματοποιήθηκε στην Γκλιόν, ένα προάστιο του Μοντρέ της Ελβετίας, από τις 11-15 Αυγούστου 1997. Ο μεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών στο Κυπριακό Ντιέγκο Κόρντοβεζ υπέβαλε στις δύο πλευρές δύο νέα έγγραφα σχετικά με την ουσία του Κυπριακού αλλά και τη διαδικασία. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπήρξε ούτε διαπραγμάτευση ούτε και πρόοδος στη λύση του Κυπριακού κατά τη διάρκεια των απευθείας συνομιλιών στο Μοντρέ, λόγω της απαράδεκτης απαίτησης της τουρκοκυπριακής πλευράς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση αναστείλει την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Κύπρο.

Περαιτέρω ο κ. Ντενκτάς απέρριψε πρόταση του Προέδρου Κληρίδη όπως οι δύο ηγέτες προβούν σε κοινή δήλωση ότι η λύση του Κυπριακού θα επιδιωχθεί μέσω διαπραγματεύσεων και όχι με τη χρήση βίας. Ο Πρόεδρος Κληρίδης εισηγήθηκε επίσης συζήτηση για μείωση των στρατιωτικών δυνάμεων και των εξοπλισμών, μείωση ή και απαγόρευση της εισαγωγής εξοπλισμών στην Κύπρο και συζήτηση για απαγκίστρωση φυλακίων που είναι πολύ κοντά και θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένταση, καθώς επίσης και συζήτηση του θέματος της αποστρατικοποίησης του νησιού. Ο κ. Ντενκτάς απέρριψε και αυτή την εισήγηση του Προέδρου Κληρίδη.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας επέρριψε απερίφραστα την ευθύνη για το ναυάγιο των συνομιλιών του Μοντρέ στην τουρκοκυπριακή πλευρά, ενώ επαίνεσε τη θετική στάση του Προέδρου Κληρίδη.